Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Ιερός Πανικός

 
Η συνθήκη των δύο μεγάλων θεών[i]

Όσο ήμουν ακόμη ακίνητη από αδυναμία, άλλες αντιστοιχίες περνούσαν από το μυαλό μου, εξουδετερώνοντας τον χρόνο. Ήταν παρόντες ο Έμερσον[ii], ο Διόνυσος και ο Απόλλων.
Οι δύο θεοί, αλληλοδιαδοχικώς, εμφύτευαν σκέψεις στο μυαλό του Έμερσον. Ο Απόλλων μίλησε πρώτος:
«Οι ποιητές πρέπει να είναι νομοθέτες. Η πιο τολμηρή λυρική έμπνευση, δηλαδή, δεν πρέπει να ψέγει και να προσβάλλει, αλλά να ανακοινώνει και να οδηγεί τον αστικό κώδικα και τον ημερήσιο μόχθο.
«Ποίηση και σύνεση πρέπει να συμπίπτουν.
«Ο υψηλότερος σκοπός της πολιτείας είναι η παιδεία του ανθρώπου. Και όταν οι άνθρωποι μορφώνονται οι θεσμοί θα συμμερίζονται την καλυτέρευσή του.
«Όπου υπάρχει άνθρωπος και εργάζεται, εκεί εργάζεται και ένας μεγάλος και υπεύθυνος Στοχαστής και Πλάστης.
Ο άνθρωπος είναι μια μέθοδος.»
Ο Έμερσον συγκράτησε αυτές τις φράσεις στην μνήμη του. Ξαφνικά ο Διόνυσος τον διέκοψε.
«Δες με ! Γεννιέμαι στον καθολικό νου. Εγώ, ο ατελής, λατρεύω το δικό μου τέλειο.
«Υπάρχει ένας νους κοινός σε όλα τα άτομα. Κάθε άνθρωπος είναι ένα πέρασμα προς τον ίδιο νου. Όποιος μπορεί να προσεγγίσει τον πάγκοινο νου μετέχει όλων των όντων και των δυνατοτήτων. Ο άνθρωπος κείτεται στην αγκάλη μιας απέραντης νοητικότητας. Όταν διακρίνει την αλήθεια, όταν διακρίνει την δικαιοσύνη, δεν κάνει τίποτε αποκλειστικά μόνος του, απλώς ανοίγει δρόμους να περάσουν οι ακτίνες τους. Η ψυχή υπάρχει. Κάτω από το τρεχούμενο πέλαγο των περιστάσεων, με τέλεια ισορροπία ανάμεσα σε αμπώτιδα και πλημμυρίδα βρίσκεται η αρχέγονη άβυσσος του πραγματικού Είναι. Ουσία ή Θεός, δεν είναι σχέση ούτε μέρος, αλλά το όλο.
«Ο πιο απλός άνθρωπος, που μέσα στην ακεραιότητά του λατρεύει τον Θεό, γίνεται Θεός. Αλλά πάντα και για πάντα η εισροή αυτού του καλύτερου και καθολικού εαυτού είναι νέα και ανεξερεύνητη. Είναι ο διπλασιασμός της καρδιάς, με μια δύναμη ανάπτυξης προς ένα νέο άπειρο σε κάθε πλευρά.
«Ο τρόπος της ζωής είναι υπέροχος, καταξιωμένος με εγκατάλειψη. Ο πλούσιος νους ξαπλώνει στον ήλιο και κοιμάται και είναι φύση.»
Και αυτά τα λόγια έμειναν χαραγμένα στην συνείδηση του Έμερσον. Αλλά οι δύο θεοί δεν του αποκάλυψαν την εσωτερική σχέση αυτών των πραγμάτων. Δεν του είπαν ότι είχαν ανοίξει τις πύλες δύο διαφορετικών πλευρών της ανθρώπινης φύσης ή ότι αυτοί οι ίδιοι, οι δυνάμει μεγάλοι εχθροί μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη που τόσο συχνά τον είχαν βασανίσει με τις αντιφάσκουσες συμβουλές τους, είχαν τώρα ενωθεί και υπογράψει μία συμφωνία, μια Συνθήκη: να διδάξουν τον άνθρωπο πώς να ακολουθεί τη σοφία και των δύο θεών, και έτσι νουθετημένος να προχωρεί προς την ίδια του την τελειοποίηση.
___________________
[i] Από τον «Ιερό Πανικό» της Εύας Πάλμερ Σικελιανού, σελ. 175-177, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Τζων Άντον[1], εκδ. Εξάντας,1992.

[ii] Ralph Waldo Emerson: αμερικανός δοκιμιογράφος (1803-1882). Σ.τ.Μ. Ο Έμερσον δεν χρησιμοποιεί τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα ως διαλογικά πρόσωπα. Η Εύα Σικελιανού, ενώ αναρρώνει, «αναλογίζεται» δημιουργικά και συνδέει με τους Έλληνες θεούς παράλληλους στοχασμούς του Έμερσον. Η περίφημη διάλεξη του Έμερσον « The American Scholar» στους αριστούχους φοιτητές του Χάρβαρντ που εξελέγησαν μέλη του ΦΒΚ, αναγνωρίζεται ορόσημο στην πολιτιστική ιστορία της Αμερικής και διάγγελμα της πνευματικής της αναξαρτησίας.
________________________
[1] Ο Τζων Π. Άντον είναι διακεκριμένος καθηγητής της ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλώριδας και εξέχουσα προσωπικότητα της ελληνικής ομογένειας στις ΗΠΑ. Έλκει την καταγωγή του από το χωριό Ζυγοβίστι της Αρκαδίας. Από το 1983 αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Στο πλούσιο έργο του συγκαταλέγονται βιβλία, άρθρα και διαλέξεις σχετικά με την φιλοσοφία, την αισθητική, την ιστορία του πνεύματος και την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
*επιλογή, επιμέλεια: Αγγελική Χρυσικοπούλου.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Ευθυμογράφημα



Φρέντυ Γερμανός[i]
Με συγχωρήτε, λάθος !

Το να αποκτήσετε τηλέφωνο στην Ελλάδα είναι πάντα ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Είναι όμως και φορές που το πρόβλημα αρχίζει απ’ την στιγμή που το αποκτήσετε.
Ο Μπιλ Μπατίστα είναι ο ιδιοκτήτης του μπαρ «Μπομπ και Μπιλ» στα Χαυτεία. Πριν από λίγες ημέρες αγόρασε τον αριθμό 36 222 από έναν μεσάζοντα. Δεν ήξερε, όμως, ότι τον αριθμό αυτόν τον είχε προηγουμένως η Αρχιεπισκοπή.
Λίγες ώρες μετά την εγκατάσταση της συσκευής, χτύπησε το τηλέφωνο.
-Μου δίνετε τον πάτερα Ιερόθεο, είπε μια βαθιά κατανυκτική φωνή.
Ο Μπιλ τα έχασε.
-Κάνετε λάθος, είπε. Δεν είναι εκκλησία εδώ.
Η φωνή είπε βιαστικά:
-Το ξέρω, το ξέρω. Είναι η Αρχιεπισκοπή. Αν δεν είναι εκεί ο πατήρ Ιερόθεος, δώστε μου τον πατέρα Σταύρο.
-Εδώ είναι μπαρ, επέμενε σταθερά ο Μπιλ.
Μεσολάβησε ένα κενό.
-Μπαρ ! είπε μετά η φωνή εξουθενωμένη. Ύπαγε οπίσω μου σατανά !...
Από εκείνη την ημέρα η Αρχιεπισκοπή έγινε ο εφιάλτης του 36 222. Φαίνεται ότι ο αριθμός είχε αλλάξει πρόσφατα και οι περισσότεροι δεν τον είχαν μάθει. Ο Μπιλ ήταν έτοιμος να γράψη στην ταμπέλα, «Μπαρ η Αρχιεπισκοπή», αλλά μετά σκέφθηκε ότι ίσως αυτό να μπέρδευε τα πράγματα.
Τα περισσότερα τηλεφωνήματα ζητούσαν τον Άγιο Πρωτοσύγκελο ή το τμήμα διαζυγίων. Μέσα σε μια εβδομάδα ο Μπιλ είχε μάθει όλα τα ονόματα του προσωπικού της Αρχιεπισκοπής και μετά άρχισε να μαθαίνει και τα ονόματα της Ιεράς Συνόδου.
Την παραμονή της εκλογής του νέου Αρχιεπισκόπου ο Μπιλ πήρε ένα τηλεφώνημα:
-Τι ώρα θα συνεδριάσωμε, τέκνον μου;
Ο Μπιλ σκέφθηκε ότι ήταν περιττό να αρχίση πάλι τις εξηγήσεις. Άλλωστε είχε διαβάσει πρωινή εφημερίδα.
-Στις εννέα, σεβασμιότατε, είπε. Δηλαδή ο υπουργός θα έρθη στις εννέα, αλλά οι άγιοι πατέρες θ’ αρχίσουν να έρχωνται από τις οκτώμιση.
-Ευχαριστώ, τέκνον μου, απάντησε η φωνή από την άλλη άκρη του σύρματος.
Ο Μπιλ δεν έμαθε ποτέ ποιον από τους 57 αγίους πατέρες είχε πληροφορήσει για την ώρα της συγκεντρώσεως.
Η φασαρία που ακολούθησε μετά την εκλογή του Αρχιεπισκόπου είχε βέβαια τον αντίκτυπό της στο 36 222 που κτυπούσε διαρκώς. Ο Μπιλ είχε απελπισθή εντελώς και άρχισε να σκέπτεται μήπως θα έπρεπε ν’ αλλάξη μπαρ. Έχανε τόσην ώρα απαντώντας στο τηλέφωνο, ώστε κάθε βράδυ σχεδόν έβρισκε σοβαρό έλλειμμα στο ταμείο του.
Ένας δικηγόρος από το Μαρούσι του τηλεφώνησε:
-Να πήτε στον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν πρέπει να παραιτηθή. Η Κηφισιά και το Μαρούσι είναι με το μέρος του.
Αλλά το επόμενο τηλεφώνημα είχε αντίθετο περιεχόμενο:
-Το μαχαίρι έφθασε στο κόκκαλο ! Απορώ πώς δεν το καταλαβαίνετε !
-Τι θέλετε να κάνω; Ρώτησε ο Μπιλ, που ήθελε δεν ήθελε, άρχισε να παίρνει το ρόλο του στα σοβαρά.
Από την άλλη πλευρά του σύρματος ακούστηκε ένας βρυχηθμός:
-Να παραιτηθήτε !...
Ο Μπιλ ήταν έτοιμος να το αποφασίση, αλλά μετά σκέφθηκε ότι ήταν προτιμότερο να δείξη χαρακτήρα.


Ο Μπιλ μου έλεγε μια από αυτές τις ημέρες:
-Το χειρότερο είναι ότι ούτε ο ΟΤΕ παραδέχεται πως άλλαξε ο αριθμός της Αρχιεπισκοπής.
Την περασμένη εβδομάδα η τηλεφωνήτρια των υπεραστικών κάλεσε το 36 222 και είπε:
-Αρχιεπισκοπή αυτού; Ομιλείτε με Λευκάδα.
Ο Μπιλ σκέφθηκε ότι ήταν ευκαιρία να ξεκαθαρίση το ζήτημα και της είπε, με δύο λόγια, την όλη ιστορία.
-Καλά, καλά, είπε βιαστικά η τηλεφωνήτρια. Θα δούμε τι μπορεί να γίνη. Περιμένετε τώρα στο ακουστικό σας.
Μεσολάβησε ένα κενό.
Ύστερα η φωνή της τηλεφωνήτριας ακούστηκε δυνατότερη:
-Λευκάδα εκεί; Ομιλείτε με Αρχιεπισκοπή !...


[i] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΦΡΕΝΤΥ Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1934 στην Αθήνα. Μυτιληνιός στην καταγωγή. Έχει συνδέσει το όνομα του με τα πρώτα βήματα της ελληνικής τηλεόρασης, παρουσιάζοντας μερικές από τις πιό επιτυχημένες εκπομπές (Αλάτι και πιπέρι, Πρώτη σελίδα). Συνεργάστηκε με τις μεγαλύτερες Αθηναϊκές εφημερίδες και διακρίθηκε στο Χρονογράφημα. Την επιτυχημένη δημοσιογραφική του πορεία την διαδέχθηκε μιά επίσης επιτυχημένη συγγραφική πορεία. Μερικά έργα του: "Ακριβή μου Σοφία", "Ελλάς υπό το μηδέν", "Το δις εξαμαρτείν", "Με συγχωρείτε, λάθος", "Γράψτο όπως το λέω", "Σκέψου πριν αγοράσεις", "Ένα γελαστό απόγευμα", κ.α. Εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1999.΄
_______________________

*από το βιβλίο "Ανθολογία Νεοελλήνων Σατιρικών και Ευθυμογράφων" του Ευαγγέλου Μιλλεούνη, εκδ. οίκ. Ευθ. Χριστοπούλου, 1972
Επιμέλεια, επιλογή κειμένου: Αγγελική Χρυσικοπούλου

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

ποίηση






«Από τους καρχαρίες ξέφυγα
και νίκησα τις τίγρεις
Μ’ έφαγαν όμως οι κοριοί»

Μπέρτολντ Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδόσεις «Κείμενα» 1971, σελ. 49